Συνέντευξη με τον χορογράφο Chris G.

Με αφορμή τn πρεμιέρα για το νέο έργο του “The Game” (12 & 12 Φεβρουαρίου στο Θέατρο Παραμυθίας στις 19 00 )  Βρεθήκαμε με τον χορογράφο Chris G και ανάμεσα σε πρόβες και υποχρεώσεις αδράξαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε λίγο μαζί του. Να μας συστηθεί αλλά και να πει για το νέο του έργο αλλά και για την τέχνη γενικότερα

 

Αρχικά ανέκαθεν μου άρεσε ο χορός. Αυτό το υπέροχο συναίσθημα που ένιωθα όταν χορεύω το ανακάλυψα από πολύ μικρή ηλικία. Είχα οικογενειακά ερεθίσματα, καθώς ο πατέρας μου και το σόι του ήταν αυτό που λέμε «χορευταράδες», σε παραδοσιακούς χορούς και σε γλέντια βέβαια…, οπότε γενικά είχα μία εσωτερική παρακίνηση από το περιβάλλον μου, την οποία εγώ μεγαλώνοντας καλλιέργησα και διεύρυνα σε όλο το φάσμα του χορού (παραδοσιακά, ballroom, jazz, μοντέρνο, κλασσικό και σύγχρονο). Εδώ να σημειώσω ότι ο επαγγελματικός προσανατολισμός μου δεν είχε καμία σχέση με την τέχνη. Αυτό για τον χορό είχε τα θετικά και τα αρνητικά του. Από τη μία ήταν ανέφικτο να ακολουθήσω το πρόγραμμα μιας επαγγελματικής σχολής χορού, από την άλλη όμως είχα την οικονομική δυνατότητα να κάνω αρκετά μαθήματα σε διάφορες σχολές και στούντιο χορού.

Ύστερα από αρκετά χρόνια σοβαρής ενασχόλησης με τον χορό ξεκίνησα να συμμετέχω σε διάφορες παραστάσεις χορού/χοροθεάτρου. Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι το χοροθέατρο είναι αυτό που με γοητεύει περισσότερο, γιατί ο χορός είναι για μένα πάνω από όλα έκφραση συναισθημάτων και στο χοροθέατρο μπορείς να εκφράσεις μύχια συναισθήματα και βαθιές υπαρξιακές καταστάσεις. Κάποια στιγμή πριν από ενάμιση χρόνο, πήρα την απόφαση να δημιουργήσω ένα συνολικά δικό μου έργο (χορογραφία, σύλληψη και σκηνοθεσία).

Το «Τhe Game» λοιπόν προέκυψε σαν ιδέα μετά από μια συνεργασία μου με την κα Αλμπέρτα Τσοπανάκη το 2019, όπου ανέλαβα το χοροθεατρικό απόσπασμα, με τίτλο «Το Παζλ», της θεατρικής της παράστασης «9 βροχές». Επρόκειτο για έναν κυνικό διάλογο μεταξύ 2 εξωγήινων, οι οποίοι αποφάσιζαν να παίξουν το παιχνίδι της ανθρώπινης ζωής, που όμως τους φαινόταν παράλογο και αυτοκαστροφικό.

Έτσι λοιπόν στο «The Game» βλέπουμε πάλι αυτό το απόσπασμα, το οποίο διευρύνεται και εμπλουτίζεται πλέον με τις διάφορες πράξεις-«πίστες» του «Παιχνιδιού». Πάνω σε αυτές αποτυπώνονται προσωπικά βιώματα πάνω σε ψυχολογικά αρχέτυπα, κοινωνικά δεδομένα και θρησκευτικούς συμβολισμούς. Προκειμένου αυτές οι πίστες – πράξεις του παιχνιδιού να διηγηθούν το ταξίδι της ανθρώπινης ψυχής προς την αυτοπραγμάτωση, «προχωρούν» σαν ένα τραίνο που τρέχει σε δύο ράγες. Η μία είναι η εσωτερική ψυχή του ανθρώπου ενώ η δεύτερη η κοινωνική δομή του. Στο μυαλό μου άλλωστε το δεύτερο δεν είναι παρά μια αθροιστική προβολή των εσωτερικών καταστάσεων και οικογενειακών βιωμάτων όλων των ανθρώπων.

Τώρα, σε ότι αφορά σε πρακτικά ζητήματα για την υλοποίηση αυτού του έργου, τονίζω ότι οφείλω πολλά στο “Shelter of Arts”, όπου παρακολουθώ μέχρι και σήμερα μαθήματα χορού. Πρόκειται για μία υπέροχη σχολή χορού, στο Χαλάνδρι, όπου μια κυψέλη πολύτιμων συνεργατών αγκάλιασε το όραμα μου και με υποστήριξε καλλιτεχνικά σε όλα τα επίπεδα, προκειμένου αυτό το όραμα να λάβει σάρκα και οστά.

Βλέποντας τις οικονομικές συνθήκες της χώρας μας σήμερα για το πόσο μπορεί ενας καλλιτέχνης και δη χορευτής να βιοπορίζεται, αρχικά να πω ότι δεν έχω να καταθέσω κάποιο προσωπικό βίωμα επί αυτού, καθόσον δεν ακολούθησα αυστηρά επαγγελματική πορεία στην τέχνη. Βλέποντας όμως γύρω μου, αισθάνομαι ότι ο βιοπορισμός μέσω της τέχνης είναι μια πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση. Από την άλλη, σίγουρα υπάρχουν καλλιτέχνες με συνειδητοποιημένες επιλογές, σε έγκαιρη φάση της ζωής τους, οι οποίοι τα καταφέρνουν, κάποιοι και με το παραπάνω σε αυτό το ζήτημα.

Ζώντας μέσα σε μία πανδημία τα τελευταία 2 χρόνια ταυτόχρονα με κλιματική αλλαγή, μεγάλες φυσικές καταστροφές αλλά και κρίσεις σε πολλές οικονομίες σε παγκόσμιο επίπεδο πέρα από τα προφανή αρνητικά που προέκυψαν είδαμε και κάποια θετικά βήματα. Καταργήθηκαν σε ένα βαθμό οι κάστες και τα προνόμια κάποιων ευνοημένων. Αυτό το συνεχές αίσθημα ανασφάλειας με το οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος ζει, έχοντας σπάσει όλες τις «φούσκες» ασφάλειας του παρελθόντος, δημιουργεί την ανάγκη για περισσότερη συνεργασία για να φτιάξουμε μία καλύτερη ζωή για όλους μας, αφού πια κανείς δεν είναι στο απυρόβλητο. Υπό αυτές τις συνθήκες, πιο συγκεκριμένα για παράδειγμα με τον covid, από μια μεριά “εκδημοκρατικοποίηθηκε” κάπως η τέχνη, αφού μέσω των ηλεκτρονικών μέσων ήρθε σε επαφή με την τέχνη περισσότερος κόσμος και ειδικότερα από τα πιο χαμηλά οικονομικά στρώματα. Από την άλλη, αυτή η κατάσταση λειτουργεί καταλυτικά σε αυτή την ασφυκτική «πίεση της ταχύτητας» της εποχής μας, που προωθεί την γρήγορη και επιφανειακή αποτύπωση, «κατανάλωση» καλύτερα συναισθημάτων, καταστάσεων και πραγμάτων. Το αυξημένο άγχος της covid εποχής νομίζω επηρέασε πολλούς νέους καλλιτέχνες στο να προσδοκούν γρήγορα αποτελέσματα, χωρίς τον απαραίτητο μόχθο και εις βάρος του καλλιτεχνικού τους έργου.

Το φαινόμενο me2 στον χώρο της τέχνης, το οποίο πολύ ορθά βγήκε στην φόρα τώρα, επίσης είναι ακόμη ένα από τα θετικά του covid. Σε μια εποχή δηλαδή που δεν κινούταν τίποτα στην τέχνη και είχαμε πλήρη απραγία, πολλοί καλλιτέχνες ήρθαν αντιμέτωποι με τους «δαίμονες» τους. Ζητήματα λοιπόν που οι περισσότεροι γνώριζαν είτε μεταξύ τους, είτε ο καθένας για τον εαυτό του, βγήκαν στην φόρα. Μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν τέτοια φαινόμενα σε όλους τους χώρους, αλλά ειδικά στον καλλιτεχνικό, λόγω του πολύ μεγάλου ανταγωνισμού, κάποιοι είναι πιο ευάλωτοι να γίνουν θύματα σε μία τέτοια κατάσταση. Σαφέστατα έπρεπε να σταματήσουν και εύχομαι να σταματήσουν τελείως τέτοια φαινόμενα. Μην καθαγιάζουμε όμως ορισμένους κλάδους και επαγγέλματα γιατί τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, ελαττώματα και ελλείψεις είναι κοινά, ανεξαρτήτως του κοινωνικού μας προσωπείου. Τέτοια φαινόμενα συμβαίνουν σε όλες τις δομές. Σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, σε δημόσιες υπηρεσίες, στην εκκλησία, στην εκπαίδευση και στον καλλιτεχνικό χώρο. Καμιά φορά παρασυρόμαστε από ένα αίσθημα «ωραιοποίησης» της καλλιτεχνικής πραγματικότητας. Κάθε χώρος εξυπηρετεί έναν «ιερό σκοπό», αλλά ταυτόχρονα σε κάθε χώρο υπάρχουν άνθρωποι, δηλαδή «ατελή όντα». Το ότι είσαι καλλιτέχνης είναι ανεξάρτητο με τα βιώματα, τον χαρακτήρα, τις αξίες σου αλλά και με το πως διαχειρίζεσαι την εξουσία η οποία σου έχει δοθεί ή έχεις αποκτήσει.

Για τους περιορισμούς στην τέχνη σαφώς είμαι κατά, καθώς δεν μπορούμε καν να ορίσουμε συγκεκριμένα “σωστά” μονοπάτια. Πρέπει να υπάρχει ελευθερία στον καλλιτέχνη να διαλέγει τον δρόμο που θέλει και να πορεύεται σύμφωνα με το όραμα του. Αυτό το θεωρώ αξίωμα της τέχνης. Όταν όμως μιλάμε και για το ζήτημα της απήχησης και δεν θέλουμε να κάνουμε απλά τέχνη, αλλά ζητάμε και την ευρεία αποδοχή, εκεί πρέπει νομίζω να μπουν κάποια συγκεκριμένα κριτήρια. Εγώ είμαι της άποψης η προσέγγιση ενός ευρύτερου κοινού, σίγουρα επηρεάζεται από το ίδιο το επίπεδο του κοινού, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η τέχνη είναι δεν είναι ένα ακαδημαϊκού τύπου φαινόμενο, το οποίο απαιτεί καθαρόαιμα εγκεφαλικές δεξιότητες και πνευματική καλλιέργεια, αντίθετα αφορά κυρίως στην ψυχή και στο ανθρώπινο συναίσθημα. Πολλοί καλλιτέχνες μπορεί να έχουν αναπτύξει πολύ το πνευματικό και εγκεφαλικό τους κομμάτι και παράγουν έργα «διανοητικοποιημένα», τα οποία είναι μεν άρτια τεχνικά, αλλά αδυνατούν να επικοινωνήσουν συναισθηματικά με τους θεατές. Στόχος μου προσωπικός είναι το «Τhe game» να μπορέσει να το κάνει αυτό.